Αναλόγως από τη σχέση (ερωτική, φιλική, επαγγελματική) εξαρτάται και το φάσμα της συναισθηματικής αλληλεπίδρασης που διακινείται στη σχέση. Θεωρώ ότι η κάθε σχέση είναι μία αφορμή για απόλαυση και δημιουργία ( από την στιγμή που υπάρχει αποδοχή και σεβασμός). Στην πάροδο του χρόνου η σχέση θα φανερώσει τη διάθεση της καθώς θα εμφανιστούν οι πρώτες εντάσεις. Εάν λυθούν άμεσα σημαίνει ότι υπάρχει συνεργασία και αμοιβαία διάθεση για ηρεμία και φυσική ροή στην σχέση, εάν διαιωνιστούν σημαίνει ότι υπάρχει ανταγωνισμός και προδιάθεση για κυριαρχία.

Το συναίσθημα της ζήλιας είναι αυτό που κυριαρχεί στις ανταγωνιστικές σχέσεις. Είναι ένα πολύπλευρο συναίσθημα που συνήθως εκδηλώνεται μέσω της συμπεριφοράς και όχι μέσω του λόγου.

Είναι απαραίτητο να κάνω μία διάκριση σε αυτό το σημείο διαχωρίζοντας τη ζήλια σε υγιή και παθολογική. Η υγιής ζήλια σε μία ερωτική σχέση δηλώνει το ενδιαφέρον προς τον/την σύντροφο, σε μία φιλική ή επαγγελματική σχέση, είναι πιθανόν να εκδηλώσει το θαυμασμό για κάποιο άλλο άτομο ή ακόμα και για μία στάση ή συμπεριφορά. Αντίθετα η παθολογική ζήλια (φθόνος) μπορεί να έχει ως παρονομαστή το συμφέρον, την κτητικότητα, την έλλειψη προσωπικής ευθύνης, τον έλεγχο, αισθήματα μειονεξίας, το φόβο αποχωρισμού, ακόμη και κάποιες παράλογες απαιτήσεις που μπορεί να φαίνονται απόλυτα λογικές στο άτομο που τις υπερασπίζεται.

Ποιες είναι οι ρίζες αυτού του διττού συναισθήματος;

Στην παιδική μας ηλικία το συναίσθημα της ζήλιας παρουσιαζόταν με τη μορφή της αδικίας και του ανταγωνισμού. Όσοι έχουνε αδέλφια, αν κάνουν μία αναδρομή στο παρελθόν, όλο και κάποια ανάμνηση ζήλιας θα ανασύρουν.
Οι προφάσεις τότε μπορεί να ήταν ένα παιχνίδι, ένα ρούχο, ένα ποδήλατο, μία κούκλα, μία λιγότερη αγκαλιά, η σύγκριση μεταξύ των παιδιών, ο αποχωρισμός ενός σημαντικού προσώπου, ο χρόνος που θα αφιερώσει ο γονιός στο παιδί να είναι ισότιμος. Δίχως δυσκολία οι προφάσεις διαχωρίζονται σε υλικές και σχεσιακές. Στις πρώτες, τα συναισθήματα είναι παροδικά, με χαμηλότερη κλίμακα, αντίθετα στις σχεσιακές ελλείψεις καλλιεργούνται τα αισθήματα μειονεξίας και κτητικότητας. Ένα παιδί νοιώθει μειονεκτικά όταν οι γονείς του διατηρούν μία επικριτική και συγκριτική στάση σε σχέση με αυτό και τον/την αδελφό/η ή άλλα παιδιά της ηλικίας του. Εκείνη τη στιγμή το παιδί είναι πιθανόν να νοιώσει αναξιότητα, θυμό προς το γονέα, ντροπή και φόβο. Επίσης όταν οι γονείς δυσκολεύονται να μοιράσουν ισότιμα την  προσοχή στα παιδιά τους, τα παιδιά νοιώθουν ζήλια ως προς το άλλο παιδί και τείνουν να τραβήξουν την προσοχή του γονέα είτε ανταγωνίζοντας το άλλο παιδί είτε μέσω ορισμένων συμπεριφορών. Το παιδί καθώς νοιώθει ότι με αυτόν τον τρόπο αποσπά προσοχή ίσως και φροντίδα από το γονέα λαμβάνει το μήνυμα ότι «αυτός είναι ο τρόπος για να με προσέξουν». Καθώς αυτή η συμπεριφορά του παιδιού αποδίδει «καρπούς» την ενσωματώνει και εν συνεχεία την εμπλουτίζει και με άλλους  μηχανισμούς έτσι ώστε να παίρνει όσο πιο ανώδυνα γίνεται αυτό που θέλει. Η απομνημόνευση μίας τέτοιας συμπεριφοράς όπως και η επαναλαμβανόμενη χρήσης της δημιουργεί μία θολούρα στο παιδί και δυσκολεύεται να διαχωρίσει τον λειτουργικό με τον μη λειτουργικό τρόπο συμπεριφοράς. Βιώματα σαν αυτά ζυμώνουν τη μαγιά για την ανταγωνιστικότητα στην ενήλικη ζωή. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι όσοι άνθρωποι μεγάλωσαν σε ένα τέτοιο περιβάλλον θα έχουν και ανταγωνιστικές τάσεις αργότερα στη ζωή τους. Ανταγωνιστικές τάσεις έχουν όσοι για  δεν κατάφεραν να αναπτυχθούν και έχουν “κολλήσει” σε αυτήν την συμπεριφορά. Βέβαια αυτό πάλι σε καμία περίπτωση δε σημαίνει ότι αυτή η τάση δεν αλλάζει, αντιθέτως κιόλας αλλάζει και μάλιστα γρήγορα όταν το άτομο το επιθυμήσει.

Όλα τα παραπάνω έχουν να κάνουν αποκλειστικά με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται κάποιος/α την έννοια της σχέσης. Εκτός αυτού υπάρχουν και άνθρωποι που δεν αναγνωρίζουν τι ακριβώς κάνουν με αποτέλεσμα να εξαπατούν τον εαυτό τους και να γίνονται επιβαρυντικοί- τοξικοί στο περιβάλλον τους.

Εκτός από τον παράγοντα “οικογένεια” στη δημιουργία της παθολογικής ζήλιας συμβάλλει με πρωταγωνιστικό ρόλο το συναίσθημα του φόβου. Όταν ένας άνθρωπος φοβάται ότι ένας άλλος μπορεί να του “κλέψει” την σύντροφο ή την θέση σε μία δουλειά ή σε ένα σύλλογο ή ακόμη επειδή δε χαίρεται με την εξέλιξη του άλλου θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να προστατέψει αυτό που νομίζει ότι απειλείται. Σε αυτό το σημείο ο παραλογισμός κάνει μία τρίπλα στην λογική και την περνάει και συνεχίζει να καλπάζει μέχρι να εξαλειφτεί ο κίνδυνος.

Τόσο ο φόβος όσο και η ζήλια είναι παράγωγα μίας νοητικής διεργασίας, όπως  όλα τα συναισθήματα και αν συζητηθεί η σκέψη πολύ πιθανόν να καταλαγιάσει η κλίμακα της συναισθηματικής φόρτισης. Σε ένα δεύτερο χρόνο το έδαφος γίνεται περισσότερο γόνιμο για κάποια εναλλακτική ιδέα που πολύ πιθανόν να ανακουφίσει το άτομο.