Ο άνθρωπος ως ον έχει την τάση να δεσμεύεται και να αναπαράγεται, με απώτερο σκοπό την εξέλιξή του. Η διαδικασία της δέσμευσης σηματοδοτεί και υπογραμμίζει μία νέα αρχή, μία δημιουργία, μία γέννηση που αναβλύζεται μέσω της συνάντησης με τον/την άλλον/ην. Ως συνάντηση είναι η διάθεση για συμπληρωματικότητα και συναισθηματικό μοίρασμα, με άλλα λόγια είναι η ανάγκη για ουσιαστική επικοινωνία.

Οι διαπροσωπικές σχέσεις  εμπεριέχουν σκέψεις, συναισθήματα, αισθήσεις, συμπεριφορές καθώς αλληλεπιδρά ο ένας σύντροφος με τον άλλον. Ο νοητικός και συναισθηματικός κόσμος του ατόμου επηρεάζεται και από τον τύπο της σχέσης που διατηρεί. Ένα εύλογο ερώτημα είναι ποιοι είναι οι τύποι των διαπροσωπικών σχέσεων;

Όταν λέω «τύπο» δεν εννοώ κάποια κατηγορία, εννοώ το βαθμό της προσκόλλησης  που υπάρχει στη σχέση. Όσο περισσότερο προσκολλημένος  είναι ο ένας από τον άλλον, δηλαδή όσο περισσότερο έχει ανάγκη ο ένας τον άλλον τόσο λιγότερο είναι σε θέση να αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του. Όταν οι σύντροφοι είναι πολύ κοντά ο ένας με τον άλλον, σαν να είναι δεμένοι με κάποια αόρατα λουριά, δυσφορούν από την ασφυξία (έλλειψη ελευθερίας-χώρου) με συνέπεια να θυμώνουν, σε βαθμό που πολλές φορές είναι αδύνατο να γνωρίζει πραγματικά ο ένας τον άλλον.

Ένα άγχος εμφανίζεται κάθε φορά που ένας από τους δύο παίρνει απόσταση, ο φόβος του αποχωρισμού παρουσιάζεται με τη μορφή της παθολογικής ζήλιας, του ελέγχου,του μίσους άλλες φορές, με τον τρόμο στην ιδέα της εγκατάλειψης, με αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές ή ακόμα και με το πάγωμα του συναισθήματος. Για να γίνει περισσότερο κατανοητή η συνεξαρτητική σχέση θα την παρομοιάσω με ένα βιβλίο, αν τοποθετήσουμε ένα βιβλίο ακριβώς μπροστά στα μάτια μας το μόνο που θα κατορθώσουμε να δούμε είναι ένα σκιαγράφημα, όταν το ίδιο βιβλίο το απομακρύνουμε λίγο θα δούμε τα χρώματα που το περιβάλλουν, ίσως και τον τίτλο του, όταν το ίδιο βιβλίο το τοποθετήσουμε σε μεγαλύτερη απόσταση θα μπορέσουμε να δούμε ξεκάθαρα το βιβλίο, ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τις ανθρώπινες σχέσεις.
Τα παραπάνω συναισθήματα και συναισθηματικές καταστάσεις δημιουργούνται από σκέψεις που κάνει το άτομο προς ένα άλλο άτομο, το μίσος, ο φόβος, ο φθόνος, η μνησικακία, ο ανταγωνισμός παράγονται από αρνητικές σκέψεις και δημιουργούν δυσλειτουργικά μοτίβα. Ο τρόπος σκέψης είναι αυτός που ορίζει την ποιότητα της σχέσης. Τα δυσλειτουργικά μοτίβα όσο δεν αναγνωρίζονται διαιωνίζουν μία κατάσταση ανώριμη και ανώφελη.

Οι περισσότερες σκέψεις είναι περιττές ή έχουν εμμονικό χαρακτήρα, αυτές χρειάζονται ξερίζωμα γιατί υπονομεύουν την σχέση. Καθοριστικό ρόλο στις ανθρώπινες σχέσεις παίζει η ανάγκη του ελέγχου η οποία υποθάλπει ένα παθητικό φόβο εγκατάλειψης και η σχέση γίνεται εξαρτητική.

Ο φόβος του αποχωρισμού δεν είναι τίποτε άλλο από την ιδέα ότι ο άλλος θα μας εγκαταλείψει και ενεργοποιεί το φόβο να μείνουμε μόνοι. Αυτή η σκέψη που προαναγγέλλει τον φόβο συνήθως έχει τις ρίζες της στην παιδική ηλικία… που τότε ως βρέφη ή ως παιδιά η μητέρα ή ο πατέρας ή και οι δύο, άφησαν άθελά τους κάποιες φορές συναισθηματικά αφρόντιστα τα παιδιά, έφευγαν από το σπίτι δίχως να ενημερώσουν και ως συνέπεια είχε το φόβο της μοναξιάς που βίωνε το παιδί. Αυτές οι εμπειρίες έχουν γραφτεί στην μνήμη και κάθε φορά που ένας ενήλικας βιώνει μία αντίστοιχη κατάσταση αυτόματα παλινδρομεί στο παρελθόν αναζωπυρώνοντας την τραυματική τότε εμπειρία. Η ιδέα της εγκατάλειψης δημιουργεί το έναυσμα για την συνεξάρτηση. Οι άνθρωποι αυτοί υποφέρουν διότι ζητούν επίμονα και με χειριστικό τρόπο φροντίδα από τους άλλους, αναζητούν τον έλεγχο στη σχέση και έχουν χειραγωγικές τάσεις. Σπάνια απευθύνονται σε κάποιον ειδικό ή όταν απευθύνονται δυσκολεύονται να ολοκληρώσουν την διαδικασία.

Σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητο να υπογραμμίσω ότι οι άνθρωποι που συνάπτουν εξαρτητικές σχέσεις νομίζουν ότι σχετίζονται στην πραγματικότητα δεν το κάνουν. Έχουν πείσει τον εαυτό τους ότι η σχέση είναι λειτουργική και προβάλλουν αυτήν την αυταπάτη και στον περίγυρό τους. Τα κύρια χαρακτηριστικά της συνεξάρτησης είναι η αποφυγή της ευθύτητας, η ανάγκη για έλεγχο, η προβολή μίας εξιδανικευμένης σχέσης, η θλίψη και σε βαθύτερο επίπεδο η κατάθλιψη. Τα συμπτώματα της είναι η αποδιοργάνωση του εαυτού, η ντροπή, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η ατονία-ανηδονία, η κούραση, η έλλειψη ενέργειας και η καθήλωση.

Πως αντιμετωπίζεται;

Το πρωταρχικό βήμα είναι να απευθυνθεί το άτομο σε κάποιον ειδικό έτσι ώστε να κινητοποιηθεί ενεργά προς μία κατεύθυνση που πραγματικά το εκφράζει. Η κίνηση και η συνάντηση με διαφορετικά ερεθίσματα θα ωθήσουν το άτομο να ενσωματώσει υγιή μηνύματα και πληροφορίες που θα γίνουν βατήρας για μία υγιή ζωή. Όταν λέω υγιή ζωή εννοώ την ζωή που το άτομο επιλέγει συνειδητά και λαμβάνει ικανοποίηση, χαρά και εκφράζεται με τρόπο λειτουργικό.