Αναζήτηση

Διδακτικές Ιστορίες

Μία πέτρα καταμεσής στο δρόμο

Πριν από πολλά χρόνια ζούσε σε μια μακρινή χώρα ένας σοφός βασιλιάς που νοιαζόταν για τον λαό του και έκανε το παν για τον βλέπει ευτυχισμένο.

Ανάμεσα στα άλλα ήθελε να τους διδάξει ότι καθένας τους είχε όχι μόνο δικαιώματα, αλλά και υποχρεώσεις.

Μεταμφιεσμένος πότε σε ζητιάνο, πότε σε βοσκό ή σε εργάτη, γύριζε το βασίλειό του και δοκίμαζε διάφορους τρόπους που πολλές φορές μπορεί να φαίνονταν παράξενοι.

Καμιά χώρα δεν πρόκειται να προκόψει αν οι πολίτες της ξέρουν μόνο να παραπονιούνται και να αφήνουν στους άλλους να λύνουν τα προβλήματα. Στη δικιά μου χώρα, όσο μπορώ, θα ανταμείβω αυτόν που κάνει κάτι για το καλό των άλλων. Κάποια αυγή, ο βασιλιάς ντυμένος σαν εργάτης, πήγε και έβαλε μια μεγάλη πέτρα στην μέση ενός κεντρικού δρόμου κοντά στο παλάτι. Ύστερα κρύφτηκε πίσω από έναν τοίχο και περίμενε να δει τι θα συμβεί. Σε λίγο έφτασε στο σημείο ένας αγρότης με το κάρο του φορτωμένο σιτάρι για να το πάει στον μύλο.
Είδες πώς είναι οι άνθρωποι στις πόλεις;

Δεκάρα δεν δίνουν για τίποτα. Τεμπέληδες και άχρηστοι.

Τόσο δύσκολο θα ήταν να αναμερίσουν λίγο αυτή την πέτρα για να μπορούμε να περνάμε; Και τράβηξε το άλογό του άκρη άκρη στον δρόμο, γύρω από την πέτρα, συνεχίζοντας να τους κακολογεί. Σε λίγο έφτασε ένα νεαρός στρατιώτης, με φτερά στο πηλίκιο και γυαλιστερό σπαθί στη μέση του. Δεν χρειαζόταν πολύ για να καταλάβει κανείς πόσο φαντασμένος ήταν, καθώς περπατούσε κορδωμένος σαν πιγκουίνος και ονειρευόταν μάχες που θα κέρδιζε και ηρωισμούς που θα έδειχνε για το καλό της χώρας του. Κι όπως ήταν φαντασμένος, δεν είδε καν την πέτρα παρά μόνο όταν σκόνταψε πάνω της και βρέθηκε ανάσκελα στον δρόμο γεμάτος σκόνη.

Άχρηστοι πολίτες! έκανε τινάζοντας τα ρούχα του από τη σκόνη. Δεν έχετε συναίσθηση του καθήκοντος; Μπορεί να σκοτωθεί κανένας άνθρωπος από την εγκληματική σας αμέλεια. Και συνέχισε τον δρόμο του βρίζοντας την κακοδαιμονία που έδερνε τους συμπατριώτες του. Η ώρα περνούσε, πολλοί πλησίασαν την πέτρα, μερικοί σκόνταψαν, άλλοι την είδαν την τελευταία στιγμή και πήδησαν από πάνω, όλοι έβριζαν που κάποιοι αναίσθητοι αφήνουν τις πέτρες καταμεσής στον δρόμο.

Τελικά πέρασε από εκεί και η κόρη ενός μυλωνά. Ήταν κατακουρασμένη γιατί δούλευε πολλές ώρες στον μύλο. Αλλά μόλις είδε την πέτρα σκέφτηκε:

Σε λίγο θα αρχίσει να νυχτώνει, μπορεί κάποιος να μη δει την πέτρα και να χτυπήσει άσχημα. Ή μπορεί να περάσει κανένας τυφλός που βέβαια δεν περιμένει να συναντήσει μια πέτρα στη μέση του δρόμου. Πρέπει να την παραμερίσω.
Η πέτρα ήταν βαριά, αλλά και η νεαρή γυναίκα χειροδύναμη. Μετά από αρκετή προσπάθεια κατόρθωσε να τη σπρώξει στην άκρη του δρόμου. Ξαφνιασμένη είδε ότι κάτω από το σημείο που βρισκόταν αρχικά η πέτρα υπήρχε ένα σακουλάκι. Το σήκωσε στα χέρια της και της φάνηκε αρκετά βαρύ. Στο πάνω μέρος είχε μια ταινία που έγραφε: «Το σακουλάκι αυτό ανήκει σε όποιον/όποιαν αναμερίσει την πέτρα αυτήν».

Το άνοιξε και είδε ότι ήταν γεμάτο με χρυσά φλουριά! Καταχαρούμενη έτρεξε στο σπίτι της και διηγήθηκε την ιστορία. Σε λίγο η υπόθεση είχε μαθευτεί σε όλη την πόλη. Το άκουσε ο χωρικός και πήρε την αξίνα του, ο στρατιώτης και χούφτωσε το σπαθί του και κάθε άλλος που είχε περάσει από εκεί και άρχισαν όλοι να σκάβουν στο σημείο που ήταν η πέτρα, με την ελπίδα ότι μπορεί να υπήρχαν κι άλλα φλουριά κρυμμένα. Σε λίγο είχαν ανασκάψει όλο τον δρόμο και τον είχαν κάνει εντελώς αδιάβατο.

Ο βασιλιάς, που παρατηρούσε προσεχτικά πίσω από τον τοίχο όσα συνέβαιναν, αναστέναξε μονολογώντας:

Χρειάζεται πολλά μαθήματα ακόμα ο λαός μου!

Χρήστος Μαγγούτας