Τάσος Δαφνομήλης

Ονομάζομαι Τάσος Δαφνομήλης και είμαι Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας. Πάντοτε ένοιωθα την ανάγκη να κατανοήσω την ανθρώπινη φύση. Η ίδια η προσωπική μου εμπειρία ως συμβουλευόμενος αποτέλεσε το έναυσμα για την ενασχόληση μου και το όλο και αυξανόμενο ενδιαφέρον μου για τον ανθρώπινο ψυχισμό.

 

Πόσες και πόσες φορές έχετε ακούσει:

« αυτός είναι πιο ψηλός από εμένα…»

« αυτή είναι πιο όμορφη από εμένα…»

« αυτός έχει καλύτερο αμάξι από εμένα…»

« αυτός είναι πιο έξυπνος από εμένα…»

Αυτή λοιπόν η μικρή λέξη το « πιο» είναι και η λέξη που γεννάει τη σύγκριση. Τη σύγκριση του εαυτού μας με κάποιον άλλον άνθρωπο. Η σύγκριση μπορεί να γίνεται με το ίδιο σθένος είτε για υλικά αγαθά, είτε για πνευματικά, είτε για εξωτερικά χαρακτηριστικά. Καθώς γίνεται, συνήθως αναδύεται το συναίσθημα της ζήλειας όπως και η αίσθηση της μειονεξίας, ότι σε κάποιο τομέα « υστερώ, δεν είμαι επαρκής…» Αυτή η συνάντηση ( ζήλειας και αίσθημα μειονεξίας) πυροδοτεί την ανάγκη για κυριαρχία,  εξάρτηση και πόσο μάλλον για καθήλωση.

Το άτομο που βιώνει μία τέτοια εμπειρία νοιώθει φόβο και αυτολύπηση, φοβάται την ίδια του τη σκέψη. Δυσκολεύεται να αντιληφθεί τη διαφορετικότητα,  με συνέπεια να προσκολλάται η σκέψη του σε μία πεποίθηση που υπογραμμίζει την ανάγκη για διαμόρφωση ταυτότητας μέσω του ανταγωνισμού. « Υπάρχω μόνο όταν συγκρίνομαι.» Φοβάται να κατανοήσει ότι το κάθε τι όπως και ο κάθε άνθρωπος πάνω σε αυτόν τον πλανήτη είναι εντελώς διαφορετικός, μοναδικός και σημαντικός. Αν συλλάβει και μπορέσει να το συνειδητοποιήσει αυτό θα αφυπνιστεί και θα αναγκαστεί να ξεβολευτεί από τη θέση του μικρού παιδιού και να αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του. Η αποποίηση της ευθύνης γονιμοποιεί την καθήλωση και αυτή με τη σειρά της κλωσά την προσκόλληση. Ο άνθρωπος αυτός υποφέρει επειδή ο ίδιος σαμποτάρει την εξέλιξή του, δεν γνωρίζει τον τρόπο που το κάνει και προκαλεί τόσο στον εαυτό του όσο και στους άλλους επώδυνα συναισθήματα.

Έχει ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε από πού προέρχονται αυτές οι συγκριτικές τάσεις και το πώς έχουν διαμορφωθεί.

Η ρίζα της σύγκρισης έχει φυτευτεί στον κήπο της οικογένειας. Κάποιοι γονείς όταν διαπαιδαγωγούσαν τα λατρευτά τους τέκνα είχαν την τάση να συγκρίνουν το ένα με το άλλο.

Για παράδειγμα:

« η αδελφή σου  είναι καλύτερη μαθήτρια από εσένα »

« ο γιος της γειτόνισσας δεν κάνει φασαρία όπως εσύ »

« μα καλά πως συμπεριφέρεσαι έτσι; δες τον αδελφό σου πως συμπεριφέρεται..»

Η στάση αυτή των γονιών προσβάλλει την προσωπικότητα του παιδιού με αποτέλεσμα να αρχίσει να αισθάνεται μειονεκτικά και να ζηλεύει το άλλο παιδί. Έτσι το παιδί αρχίζει να ανταγωνίζεται, να συγκρίνεται και να προσπαθεί να κερδίσει την εύνοια των γονιών του μέσω της σύγκρισης. Νοιώθει ότι δεν είναι αποδεχτό έτσι όπως είναι, χάνει τη σημαντικότητά του και αρχίζει να δομεί μία αρνητική εικόνα για τον εαυτό του η οποία στην ενήλικη ζωή γίνεται ο πυρήνας της χαμηλής αυτοεκτίμησης.

Ένα εύλογο ερώτημα θα ήταν…. « αν φταίνε οι γονείς», δεν φταίνε, ευθύνη όμως έχουν. Δυστυχώς ούτε και αυτοί γνώριζαν το « πως πρέπει» να μεγαλώσουν ένα παιδί, πολύ πιθανόν με τον ίδιο τρόπο να μεγάλωσαν και αυτοί.

Κλείνοντας με την παραπάνω διευκρίνιση θεωρώ ότι αξίζει να υπογραμμίσω ότι η διαδικασία της σύγκρισης στην ενήλικη ζωή δεν είναι τίποτε άλλο παρά η  αναζωπύρωση της δυσάρεστης μνήμης « ότι υστερώ σε κάτι.»

Σε μία θεραπευτική σχέση ο άνθρωπος αυτός επαναπροσδιορίζει την αυτοεκτίμησή του, καθώς αμφισβητεί τα διαστρεβλωμένα μηνύματα που έχει αφουγκραστεί.