Τάσος Δαφνομήλης

Ονομάζομαι Τάσος Δαφνομήλης και είμαι Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας. Πάντοτε ένοιωθα την ανάγκη να κατανοήσω την ανθρώπινη φύση. Η ίδια η προσωπική μου εμπειρία ως συμβουλευόμενος αποτέλεσε το έναυσμα για την ενασχόληση μου και το όλο και αυξανόμενο ενδιαφέρον μου για τον ανθρώπινο ψυχισμό.

Η Αράχνη ήταν κάποτε γυναίκα και είχε κάμποση κοινή λογική. Μια μέρα όμως σκέφτηκε πώς θα μπορούσε να συγκεντρώσει όλη την κοινή λογική που υπήρχε στον κόσμο και να την κρατήσει για τον εαυτό της. Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο δεν θα έκανε λάθη η ίδια, αλλά θα μπορούσε να γίνει πλούσια, συμβουλεύοντας τους άλλους πώς να μην κάνουν λάθη.

Γιατί σίγουρα, αφού δεν θα είχαν την κοινή λογική οι άλλοι άνθρωποι, θα έκαναν συνεχώς σφάλματα και θα έρχονταν σ’ αυτήν να τους βγάζει από τη δύσκολη θέση. Και μια και θα είχε μονοπώλιο, αφού κανένας άλλος δεν θα διέθετε κοινή λογική, θα τους χρέωνε όσο ήθελε, και πολύ σύντομα θα γινόταν πάμπλουτη, θα είχε πολυτελή μέγαρα και όλα τα αραχνοΰφαντα φουστάνια που επιθυμούσε η ψυχή της.

Ξεκίνησε λοιπόν, γύριζε τον κόσμο και, όπου έβλεπε κοινή λογική, την άρπαζε και την έβαζε σε ένα μεγάλο σακίδιο που είχε κρεμασμένο στο στήθος της. Πέρασε πολύς καιρός, μάζεψε μπόλικη κοινή λογική και σιγά-σιγά παρατηρούσε ότι εύρισκε όλο και πιο λίγη. Αυτό βέβαια σήμαινε ότι την περισσότερη την είχε μαζέψει στο σακίδιό της το οποίο είχε παραφουσκώσει και την εμπόδιζε να περπατά γιατί δεν έβλεπε που πατούσε. Αφού λοιπόν πέτυχε το πρώτο τμήμα του σχεδίου της, να μαζέψει τη λογική, έμενε τώρα να μπει στο δεύτερο τμήμα: να την κρύψει καλά σε κάποιο μέρος για να μην την ξαναπάρουν οι άλλοι άνθρωποι.

Διάλεξε το μεγαλύτερο δέντρο του δάσους και αποφάσισε να κρεμάσει το σακίδιο στο ψηλότερο κλαδί του ώστε να μην μπορεί να το φτάσει κανένας. Το σακίδιο όμως, που ήταν κρεμασμένο στο στήθος της, την εμπόδιζε να ανεβεί στο δέντρο: μόλις ξεκινούσε και ανέβαινε λιγάκι, δεν έβλεπε ούτε που να πατήσει, ούτε από που να πιαστεί και έπεφτε πάλι στο χώμα. Αφού αγωνίστηκε μάταια επί ώρα, άκουσε ξαφνικά ένα γέλιο δίπλα της. Γύρισε και είδε ένα παιδάκι τεσσάρων ετών που κρατούσε την κοιλιά του από τα γέλια, καθώς την κοίταζε να προσπαθεί χωρίς αποτέλεσμα να ανεβεί στο δέντρο.

Τι ανόητη γυναίκα! έκανε το παιδάκι. Δεν της κόβει καθόλου να βάλει το σακίδιο στην πλάτη της για να μπορέσει να ανεβεί στο δέντρο. Η Αράχνη κατάλαβε ξαφνικά πόσο πιο εύκολο ήταν να τα καταφέρει όπως έλεγε το αγόρι. Νευρίασε λοιπόν, που αυτή με τόση μεγάλη σοφία, την οποία με τόσο κόπο είχε μαζέψει γυρίζοντας όλο τον κόσμο, νικήθηκε τελικά από ένα τετράχρονο παιδί.
Άρπαξε το σακίδιο και το έκανε κομμάτια. Και η κοινή λογική πέταξε στον αέρα και ξαναγύρισε σε όλους τους ανθρώπους. Έτσι καθένας έχει μόνο από λίγη, όση χρειάζεται, αλλά κανένας δεν είναι πάνσοφος. Όσο για την Αράχνη, από την ντροπή της έγινε έντομο και, μ’ όλο που θέλει να είναι κοντά στους ανθρώπους, πάντα κρύβεται στις γωνιές των σπιτιών τους.